ΜΕΤΑΛΛΟΤΕΧΝΙΑ - ΑΡΓΥΡΟΧΟΪΑ


       ΜΕΤΑΛΛΟΤΕΧΝΙΑ

Η μεταλλοτεχνία, δηλαδή η τέχνη της επεξεργασίας μετάλλων, αναπτύχθηκε πολύ στην αρχαία Ελλάδα. Το πόσο σημαντική ήταν η τέχνη αυτή για τους αρχαίους Έλληνες γίνεται φανερό από το ότι είχε το δικό της προστάτη, που δεν ήταν άλλος από τον ολύμπιο θεό Ήφαιστο. Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Ήφαιστος πρώτος κατεργάστηκε το μέταλλο και δημιούργησε κοσμήματα για τη Θέτιδα και την Ευρυνόμη, τις δύο θεές που τον μάζεψαν από τη θάλασσα όπου τον είχε πετάξει απογοητευμένη από την ασχήμια του η μητέρα του Ήρα αμέσως μετά τη γέννησή του. Στη συνέχεια, όταν ο θεός έγινε και πάλι δεκτός στον Όλυμπο, ανέπτυξε ακόμη περισσότερο την τέχνη του, κατασκευάζοντας πολεμικό υλικό για τους θεούς  μέσα στο πλήρως εξοπλισμένο μεταλλουργικό εργαστήριό του

Τα εργαστήρια των τεχνιτών, όπου κατασκευάζονταν τα διάφορα μεταλλικά αντικείμενα, μπορεί να ήταν περισσότερο ή λιγότερο καλά εξοπλισμένα, κατά κανόνα πάντως διέθεταν τα απαραίτητα εργαλεία: κάποια βασικά όργανα κοπής, μία μεταλλουργική κάμινο και ίσως έναν τόρνο μετάλλων. Η παραγγελία μεταλλικών αντικειμένων συγκεκριμένου σχήματος, που βρέθηκε γραμμένη επάνω σε μαρμάρινη πλάκα στην Ελευσίνα, καθώς και οι μεταλλουργικοί κάμινοι που σώθηκαν στην Ικαρία, κοντά στην Τρίπολη στη Ζάκρο, τη Φαιστό και την Κνωσσό αποτελούν ικανές αποδείξεις για την ύπαρξη τέτοιων εργαλείων και το τι πραγματικά συνέβαινε.    

Παγούρι για ρακί, με παράσταση Αγίου Γεωργίου, 18ος αι. 

Μέσα στα εργαστήρια γινόταν η κατεργασία των μετάλλων που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι χαλκός (που τον έπαιρναν από το γαληνίτη), ο ορείχαλκος (που ήταν κράμα χαλκού και ψευδαργύρου), ο μπρούτζος, ο άργυρος (που τον έπαιρναν από τον κασσιτερίτη) και ο χρυσός.

Οι τρόποι εντοπισμού του κάθε μετάλλου διέφεραν. Ο χαλκός, λόγου χάριν, σπάνια βρισκόταν καθαρός στη φύση και η διαδικασία καθαρισμού του ήταν ιδιαίτερα χρονοβόρα. Η προέλευση του κασσίτερου πάλι είναι αρκετά ασαφής, αφού μόνο η περιοχή της Τροίας είχε κάποια μεταλλεύματα. Όσο για το χρυσό, οι πηγές προέλευσής του κατά τη μινωϊκή και τη μυκηναϊκή περίοδο δεν μας είναι γνωστές. Υπάρχουν ωστόσο αναφορές αρχαίων συγγραφέων σχετικά με την ύπαρξη κοιτασμάτων χρυσού στη Θάσο και τη Σίφνο, τα οποία όμως θα πρέπει να ήταν μικρά και έτσι εξαντλήθηκαν σύντομα. Την εποχή του Φιλίππου Β΄ υπήρχε χρυσός στο Παγγαίο, ενώ χρυσός μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και από την Ανατολή μετά τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου. Αυτή η εισαγωγή έδωσε μάλιστα σημαντική ώθηση στη μεταλλοτεχνία και ειδικότερα στην τέχνη του κοσμήματος.
                                                                                           

ΙΙ. Η ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΩΝ

 
Δύο ήταν αυτά τα βασικά στάδια επεξεργασίας των μετάλλων. Στο πρώτο στάδιο γινόταν η λεγόμενη εκκαμίνευση, δηλαδή ο καθαρισμός του μετάλλου και η ανάμιξή του με άλλο υλικό στην περίπτωση κράματος. Από την όλη διαδικασία που γινόταν με τη βοήθεια των χωνευτηρίων [=δοχείων μέσα στα οποία έλιωναν το μέταλλο] και των ακροφυσίων [=τα χρησιμοποιούσαν στην άκρη ασκών για να φυσούν αέρα μέσα στις καμίνους], προέκυπτε το καθαρό μέταλλο και κάποια υπολείμματα σκουριάς.
Το δεύτερο στάδιο, αυτό της τελικής διαμορφώσεως των αντικειμένων, ήταν μία διαδικασία πολύπλοκη και διαφορετική κατά περίπτωση. Με το χρυσό, λόγου χάριν, τα πράγματα ήταν σχετικά απλά. Αρκούσε να βρεθεί καθαρό μέταλλο και να δουλευτεί από τον τεχνίτη. Η εκκαμίνευση του χαλκού από τα θειούχα μεταλλεύματα αντίθετως, ήταν μία διαδικασία χρονοβόρα, επειδή το μέταλλο απελευθερωνόταν σταδιακά και κατακαθόταν στο βάθος του καμινιού με τη μορφή ημισφαιρίων. Στη συνέχεια οι τεχνίτες έλιωναν το μέταλλο και είτε το έχυναν σε ειδικά καλούπια είτε το ένωναν με άλλα υλικά δημιουργώντας κράματα.

Λεπτομέρεια με παράσταση Έρωτα, από «κορδόνι», κόσμημα στήθους της νυφικής ενδυμασίας της Αττικής, 19ος αι.

Η επεξεργασία του μετάλλου πάντως, δεν εξαρτιόταν μόνο από το είδος του μετάλλου αλλά και από το αντικείμενο που ήθελε ο τεχνίτης να κατασκευάσει. Για παράδειγμα οι τεχνίτες γνώριζαν ότι ο καθαρός χαλκός είναι πολύ μαλακός για να χρησιμοποιηθεί για όπλα ή ότι ο σίδηρος αναμειγμένος με λίγο χάλυβα αποκτούσε σκληρότητα μεγαλύτερη από οποιοδήποτε άλλο κράμα.
Γνώριζαν επίσης πώς να κατασκευάζουν χάλκινα αγγεία (λέβητες, χύτρες, κύπελλα, κύαθους, κρατήρες, κάνθαρους κ.λπ.) χρησιμοποιώντας διαβήτη για το σχηματισμό κυκλικού σχήματος στο μέταλλο, το οποίο θα αποκτούσε σταδιακά τη μορφή του αγγείου. Τις λαβές και το πάνω μέρος των κλειστών αγγείων τα κατασκεύαζαν χωριστά και τα κολλούσαν μετά  στο κυρίως αντικείμενο. Ωστόσο, η συγκόλληση δεν τους ενέπνεε ιδιαίτερη εμπιστοσύνη για την ανθεκτικότητά της. Έτσι, ενίσχυαν τις συγκολλήσεις με χαλκό ή ορείχαλκο που τα κάλυπταν με φύλλα χρυσού ή αργύρου, τα οποία δεν φαίνονταν στο τελικό αντικείμενο. Κάποια κύπελλα πάλι, τα ενίσχυαν με εσωτερική επένδυση και τα διακοσμούσαν συνήθως με έκκρουστη διακόσμηση, χάραζαν δηλαδή το μοτίβο που ήθελαν στο αντικείμενο και το σφυρηλατούσαν από την πίσω πλευρά.
Η ανάγλυφη διακόσμηση ήταν χυτή, σφυρήλατη, έκκρουστη ή λαξευτή. Στην επεξεργασία των όπλων, όμως, χρησιμοποιούσαν την τεχνική της ένθεσης, η οποία βασιζόταν στη χρωματική διαφορά των μετάλλων που, με τους κατάλληλους συνδυασμούς, μπορούν να αποδώσουν εικονιστικά θέματα. Από το κέντρο της λεπίδας αφαιρούσαν ένα έλασμα και δημιουργούσαν εγκοπές, στις οποίες τοποθετούσαν σφυρήλατες μορφές από πολύτιμα μέταλλα. Μετά κάλυπταν το αντικείμενο με μία θειούχα ουσία, η οποία  στίλβωνε τη διακόσμηση.
Εξαιρετικά λίγα πράγματα γνωρίζουμε, ωστόσο, για την τέχνη του χρυσού, επειδή ακριβώς τα χρυσά κοσμήματα συνήθως τα έλιωναν για να δημιουργήσουν  νέα. Είναι βέβαιο πάντως, ότι τα πρώτα κοσμήματα ήταν σφυρήλατα και, όποτε ήταν δυνατόν, κατασκευασμένα μόνο από ένα φύλλο μετάλλου. Τον μαλακό καθαρό χρυσό τον σφυρηλατούσαν και τον έκοβαν στα επιθυμητά σχήματα. Στην επεξεργασία του  μετάλλου χρησιμοποιήθηκε η έκκρουστη τεχνική, η εκτύπωση με τη βοήθεια μήτρας ή η σφυρηλάτηση πάνω σε εκμαγείο. Κάποιες φορές ο τεχνίτης επεξεργαζόταν τα κοσμήματα και από τις δύο όψεις και κάποιες άλλες εφάρμοζε τη διάτρητη τεχνική, αφαιρώντας το φόντο γύρω από το θέμα, την κοκκίδωση, τοποθετώντας μικρές κουκκίδες χρυσού με βάση το σχέδιο, ή τη συρματοτεχνική, όταν κατασκεύαζε αλυσίδες.

«Κορδόνι», κόσμημα στήθους της νυφικής ενδυμασίας της Αττικής, 19ος αι.

Το χρυσό τον χρησιμοποίησαν και κάποιες φορές στη νομισματοποιία, της οποίας η αρχή τοποθετείται στα τέλη του 7ου π.Χ. αι., αλλά αναπτύχθηκε πολύ τον επόμενο αιώνα (6ος αι. π.Χ.) λόγω της ανάπτυξης του εμπορίου. Στη νομισματοποιία, εκτός από τον χρυσό, χρησιμοποιούσαν επίσης ασήμι ή  κράματα χαλκού.
Το κάθε νόμισμα είχε σταθερό σχήμα και βάρος και τη σταθερότητά του αυτή την εγγυάτο η Πολιτεία που έκοβε το νόμισμα, το οποίο έφερε και στις δύο του πλευρές διακριτικά γνωρίσματα της πολιτείας που το εξέδιδε, καθώς και διακριτικά σημεία της αξίας του. Τα γνωστότερα σύμβολα ήταν η θαλάσσια χελώνα (σύμβολο των νομισμάτων της Αίγινας), η Αθηνά (σύμβολο της Αθήνας), ο Πήγασος (σύμβολο της Κορίνθου), ο τρίποδας (σύμβολο του Απόλλωνα που βρέθηκε σε νομίσματα του Κρότωνα), η λύρα (σύμβολο και αυτή του Απόλλωνα, χαρακτηριστική εικόνα των νομισμάτων της Δήλου), ο κάνθαρος (σύμβολο του Διονύσου), το μήλο (που το συναντάμε στα νομίσματα της Μήλου) κ.λπ.

Εκκλησιαστικός δίσκος με παράσταση του Ευαγγελιστή Λουκά, Ήπειρος, 1726.

Όπως είναι εύλογο, συχνά τα νομίσματα εκτός από τη χρηστική τους αξία αποτελούσαν και δημιουργήματα υψηλής αισθητικής αξίας, καθώς το μεράκι του τεχνίτη απέδιδε με δεξιοτεχνία τις διάφορες παραστάσεις. Αν και στα πρώτα νομίσματα κυριαρχούσαν οι απεικονίσεις από το ζωικό και φυτικό βασίλειο, συναντάμε εντούτοις και κάποιες δειλές προσπάθειες απεικόνισης προσώπων.  Τα πρόσωπα αυτά ήταν κυρίως των θεοτήτων που προστάτευαν την πόλη που εξέδιδε το νόμισμα. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι μορφές απεικονίζονται όπως και στα αγγεία, συνήθως μετωπικά, με έντονο σφαιρικό σχήμα και χωρίς βλέφαρα.
Παράλληλα με την τέχνη του νομίσματος, τέλος, εξελίχθηκε και η σφραγιδογλυφία στις Κυκλάδες, αλλά και στις ιωνικές πόλεις και την Κύπρο. Ωστόσο, οι σφραγίδες που αποτέλεσαν πρότυπα για μίμηση ήταν σίγουρα εκείνες της μινωικής Κρήτης. Εκεί οι τεχνίτες με πρωτοφανέρωτη ελευθερία έκφρασης  απεικόνισαν λέοντες, φανταστικούς γρύπες και σφίγγες ή χρησιμοποίησαν την καλλιτεχνική τους δεξιότητα, για να αφηγηθούν γεγονότα πραγματικά ή φανταστικά. Στην Ύστερη Χαλκοκρατία, τέλος, η τέχνη της σφραγιδογλυφίας εξελίχθηκε. Τα υλικά κατασκευής έγιναν πλέον πολύτιμα και οι σφραγιδόλιθοι σύμβολα δύναμης και γοήτρου για τον  κάτοχό τους.
Με πρώτες ύλες τον αχάτη, τον κορνουαλίτη, το σάρδιο, λοιπόν, και με μήτρες παρόμοιες με εκείνες των νομισμάτων, οι τεχνίτες κατασκεύαζαν διαφόρων ειδών σφραγιδόλιθους. Ο σκαραβαίος, ένα σχήμα που το έφεραν από την Αίγυπτο, προτιμήθηκε ιδιαίτερα για την κατασκευή σφραγίδων με φυλακτήριο χαρακτήρα. Αυτές τις συναντάμε πολύ στις νησιωτικές περιοχές, ενώ στην ηπειρωτική Ελλάδα είναι σχετικά σπάνιες.

ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑΤΑ


Χρώμα: αργυρόλευκο το οποίο θαμπώνει και μαυρίζει.
Διαφάνεια: αδιαφανές
Λάμψη: μεταλλική, αμβλεία
Θραυσμός: δαντελώδης.
Σχισμός: ουδείς
Σκληρότης; 2,5-3, σφυρηλατήσιμο.
Γραμμή κόνεως: άσπρη με λάμψη
Ειδικό βάρος: 9,2 -12
Δείκτης διαθλάσεως; ουδείς
Διπλοθλαστικότης: ουδεμία
Διασπορά: ουδεμία
Πλεοχροϊσμός: ουδείς
Φωταύγεια: ουδεμία
Χημεία: Ίχνη Αυ, Ηα, Bi, Sb, Cu, As.
Ειδικά χαρακτηριστικά:σφυρηλατήσιμο, ηλεκτρικά αγώγιμο.
 Αναβάθμιση: αλλάζει ιδιότητες με την προσθήκη άλλων στοιχείων
Αγγλικό όνομα silver προέρχεται από την παλαιά Αγγλική λέξη seolfor - «silver», η οποία την σειρά της προέρχεται από την λέξη των Ακκαδών sarapu - «καθαρίζω ή τήκω».

Ιστορία: Ο άργυρος (κν. ασήμι) αποτελεί ένα από τα παλιότερα γνωστά πολύτιμα μέταλλα και to ιστορικής απόψεως χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή κοσμημάτων. Σήμερα αποτελεί σπουδαίο στοιχείο για την φωτογραφία, την ηλεκτρονική και την ιατρική επιστήμη. Παρόλο που ήταν σπάνιο στους Τύμβους των Φαραώ της Αιγύπτου, όμορφα αργυρούχα (ασημένια) αντικείμενα βρέθηκαν στους Τύμβους των Χαλδαίων 1000 πΧ). Κάποια εποχή ήταν πολύ δημοφιλές μέταλλο στην Περσία, ενώ εξόρυξη αργύρου έγινε από τους αρχαίους Έλληνες, Ισπανούς, Φοίνικες, Καρθαγένιους και Ρωμαίους.
Μεγάλες θεραπευτικές ιδιότητες αποδίδονται στο «νερό αργύρου» το οποίο, όπως διαπιστώθηκε αργότερα, είχε βακτηριδιοκτόνες ιδιότητες. Ενεργειακό κέντρο: βάση. θεραπευτικές ιδιότητες: Επιβραδύνει το γήραςηρεμεί τα συναισθήματα, διώχνει την κατάθλιψη. Αποφορτίζεται σε χλιαρό νερό και επαναφορτίζεται γρήγορα στο φως του ήλιου. Φιλοξενούντα πετρώματα: ηφαιστειακά πετρώματα, φλεβικά κοιτάσματα χαμηλών και μεσών θερμοκρασιών, υδροθερμικά κοιτάσματα. Εμφανίσεις: Πολλά κοιτάσματα έχουν βρεθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά - στην Αριζόνα (όπου έχουν βρεθεί μάζες αργύρου βάρους μέχρι 1,35 τόννους ή 1,5 βραχείς τόννοι),Νεβάδα, Μίτσιγκαν, Αλάσκα καθώς και στο Οντάριο, Βρεττανική Κολομβία, Βορειοδυτικό Διαμέρισμα (περιοχή της λίμνηςGreat Bear). To Μεξικό αποτελεί σπουδαία χώρα παραγωγής αργύρου από τον 16ο αιώνα με τα φημισμένα κοιτάσματα των περιοχών Guanajuato, El Oro και Batopilas. Άργυρος εξορύσσεται στην Χιλή, τη Βολιβία και το Περού, όπου εξόρυξη αργύρου από τα καλύτερα γνωστά κοιτάσματα του Cerro de Pasco γίνεται από τον 17ο αιώνα. ‘Αλλες σημαντικές εμφανίσεις αργύρου βρίσκονται στην Αυστραλία, Ιαπωνία, Ρωσία (όρη Altai) και το Καζακστάν. Πριν από την ανακάλυψη της Αμερικής, σπουδαία ήσαν τα Ευρωπαϊκά κοιτάσματα αργύρου.
Γνωστές εμφανίσεις στην Ευρώπη βρίσκονται στις περιοχές Schneeberg (συσσωματώματα αυτοφυούς αργύρου μήκους μέχρι 40 εκ.), Freiberg, Mansfeld, St.Andreasberg και Wittichen της Γερμανίας. Στην Δημοκρατία της Τσεχίας γνωστές περιοχές με άργυρο είναι οι Jihlava, Kutna Hora, Jachymov, Pribram, ενώ στη Σλοβακία γνωστή περιοχή είναι η Banska SiJavnica. Στη Νορβηγία η περιοχή Kongsberg έχει δώσει μάζες αργύρου μέχρι 100 κιλά. Άργυρος εξορύσσεται επίσης στην Σουηδία (περιοχή Sala) και Γαλλία (Sainte-Marie-aux-Mines).

Επεξεργασία: Χρησιμοποιείται στην βιομηχανία κατασκευής κοσμημάτων, διακοσμητικών αντικειμένων και για επαργύρωση. Συχνά δημιουργούνται κράματα με
Cu και Au.
Όμοια ορυκτά: Λευκόχρυσος
Απομιμήσεις: Άλλα μέταλλα

Προσδιορισμός: ειδικό βάρος,σκληρότης
Φροντίδα: Ο άργυρος (το ασήμι) πρέπει να προστατεύεται από απόξεση.
Καθαρίζεται με ειδικά υγρά καθαρισμού τα οποία χρησιμοποιούνται στην βιομηχανία κατασκευής κοσμημάτων.





Χρώμα: χρυσοκίτρινο, ασπροκίτρινο
Διαφάνεια: αδιαφανής, ημιδιαφανής σε πολύ λεπτά φύλλα (με μπλε-πράσινη απόχρωση)
Λάμψη: μεταλλική
Θραυσμός: δαντελώδης
Σχισμός: δεν υπάρχει
Σκληρότης: 2,5 - 3, σφυρηλατήσιμο
Γραμμή κόνεως: κίτρινη με λάμψη
Ειδικό βάρος: 19,28
Δείκτης διαθλάσεως: ουδείς
Διπλοθλαστικότης: ουδεμία
Διασπορά: ουδεμία
Πλεοχροϊσμός: ουδείς
Φωταύγεια: ουδεμία
Χημεία: Ιχνη Ag, Hg, Cu, Pd, Rh
Ειδικά χαρακτηριστικά: εξόχως σφυρηλατήσιμο, ηλεκτρικά αγώγιμο  Αναβάθμιση: αλλάζει.
Η Αγγλική ονομασία gold προέρχεται από την παλαιά Αγγλική λέξη geo/a-«κίτρινο», από την Σανσκριτική hari - «λαμπυρίζων, φεγγοβολών».
Ιστορία: Ο χρυσός ήταν γνωστός ως πολύτιμο μέταλλο από το 4000 π.Χ.
Οι Σουμέριοι, οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, οι Αζτέκοι, οι Ίνκας, οι Μάγια, οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι εκτιμούσαν πολύ τον χρυσό και τον χρησιμοποίησαν πρώτοι ως είδος λατρείας και στην συνέχεια ως χρήμα. Αρχαία Αιγυπτιακά νομίσματα τα οποία ονομάζοντο δουκάτα και το καθένα ζύγιζε 14 γραμμάρια, ήταν από κράμα χρυσού. Τα πρώτα νομίσματα της Λυδίας (7ος αιώνας π. Χ.) κατασκευάζοντο από κράμα χρυσού και αργύρου οε αναλογία 73:27 και το καθένα ζύγιζε επίσης 14 γραμμάρια, ενώ τα χρυσά νομίσματα της αρχαίας Ρώμηςζύγιζαν από 4,5 - 8,2 γραμμάρια.
Ο χρυσός αποτελεί παγκόσμιο σύμβολο πλούτου και δύναμης. Σήμερα αποτελεί σημείο αναφοράς στο νομισματικό σύστημα. Οι χρήσεις του επεκτείνονται οε πολλούς τομείς της σύγχρονης τεχνολογίας, ιδιαίτερα στην ηλεκτρονική και την οπτική.
Ενεργειακό κέντρο: αφαλός Θεραπευτικές ιδιότητες: Επιβραδύνει το γήρας θεραπεύει την κατάθλιψη. Αποφορτίζεται σε χλιαρό νερό και επαναφορτίζεται γρήγορα στο φως του ήλιου.
Φιλοξενούντα πετρώματα: υδροθερμικά κοιτάσματα, προσχωματικά κοιτάσματα, ζώνες λιθογενέσεως με διαγενετικό υλικό.
Εμφανίσεις: Χρυσός είναι γνωστός από όλο τον κόσμο. Αρχαία ορυχεία στην Ινδία (περιοχή Kolar) τα οποία είναι ενεργά για αιώνες, έχουν φθάσει σε σημείο εξορύξεως 3000 μ. (9800 πόδια). Σπουδαία κοιτάσματα υπάρχουν επίσης στην Ιαπωνία (περιοχές Oguchi και Kagoshima), Φιλιππίνες (Luzon), Νέα Γουϊνέα (ποταμός Bulolo), Φίτζι και Νέα Ζηλανδία. Πολύ μεγάλοι κόκκοι χρυσού έχουν ανακαλυφθεί στην Αυστραλία (68,26 κιλά, το έτος 1857 - 71,03 κιλά, το έτος 1869- 92,0 κιλά το έτος 1872).
Εκτεταμένα κοιτάσματα υπάρχουν στη Νότια Αυστραλία (Olympic Dam), Δυτική Αυστραλία (περιοχή Kalgoorlie), Βικτώρια (παλαιά προσχωματικά κοιτάσματα) και Κουήνσλαντ (κόκκοι χρυσού). Ο χρυσός έχει παίξει αποφασιστικό ρόλο στην Ιστορία των ΗΠΑ.
Ανεκαλύφθη στο Κολοράντο (περιοχή Cripple Creek), Καλιφόρνια (κόκκος χρυσού 35 κιλά βρέθηκε στο Σακραμέντο), Νεβάδα (περιοχή Carlin), Αλάσκα (περιοχή Klondike) και Νότια Ντακότα (ορυχείο Homestake, Black Hills)

                      Στέμμα, νυφικό κόσμημα, Μικρά Ασία, 18ος - 19ος αι. 
Χρυσός υπάρχει επίσης σε πολλές περιοχές του Καναδά (Yukon, Northwest Territories και σχεδόν σε όλες τις Πολιτείες του), ενώ τα πλέον φημισμένα κοιτάσματα βρίσκονται στο Οντάριο (περιοχές Porcupine, Kirkland Lake, Hemle και Timmins) καθώς και στο Κεμπέκ (Bousquet, Doyon,Val dOr). Χρυσός εξορύσσεται οτο Μεξικό (περιοχή ΕΙ Bargueno), στο Σαν Σαλβαδόρ, στην Δομινικανή Δημοκρατία, στην Χιλή (περιοχή ΕΙ Indio),Περού, Κολομβία, Βραζιλία. Έχει αναφερθεί κόκκος χρυσού 153 κιλά από την Χιλή και ένας άλλος κόκκος χρυσού 62,3 κιλά από την Βραζιλία. Σχεδόν όλες οι χώρες της Αφρικής έχουν δώσει χρυσό.
Από ιστορικής απόψεως τα σπουδαιότερα ορυχεία χρυσού ήταν αυτά της Αιγύπτου (εξόρυξη χρυσού στην περιοχή της Νουβίας από τους Φαραώ).
Αν και υπάρχουν σπουδαία κοιτάσματα χρυσού στη Γκάνα (περιοχή
Ashanti) και στην Ζιμπάμπουε, η μεγαλύτερη εξόρυξη χρυσού γίνεται στη Νότια Αφρική, όπου από τα χρυσοφόρα κροκαλοπαγή της περιοχής Witwatcrsrand παράγονται 700 έως 1000 τόννους χρυσού ετησίως για περισσότερο από έναν αιώνα.
Το ορυχείο
Carltonville της Νότιας Αφρικής είναι το βαθύτερο στον κόσμο (3840 μ. ή 11500 πόδια μέχρι το 1975). Στη Ρωσία,από τις μεγαλύτερες χώρες παραγωγής χρυσού σιον κόσμο, ο χρυσός εξορύσσετο από ιστορικής απόψεως στα Ουράλια όρη (περιοχές Berezovsk, Miass, Nizhni Tagil).
Ένας κόκκος χρυσού βάρους 36,04 κιλών βρέθηκε το έτος 1842 στο Miass, όπως επίσης και δύο κόκκοι 14,2 και 9,4 κιλά αντίστοιχα κατά το έτος 1936. Η εξόρυξη χρυσού επικεντρώνεται σήμερα στη Σιβηρία (κοιλάδα του ποταμού Kolyma,Aldan).
Σημαντική παραγωγή χρυσού γίνεται στo Ουζμπεκιστάν (περιοχή Kochbulakh). Χρυσός υπάρχει στην Γερμανία (περιοχές Brandholz, Goldkronach, Isar και στα ιζήματα του ποταμού Eder), ενώ από ιοτορικής απόψεως σπουδαία κοιτάσματα είναι γνωστά από την Δημοκρατία της Τσεχίας (περιοχές Jilove, Kasejovice, Kfepice, Zlate Hory) και από την Σλοβακία (περιοχή Kremnica - όπου εγένετο εξόρυξη χρυσού για περισσότερο από 1000 χρόνια. Επίσης περιοχή Magurka). Τα κυριώτερα χρυσορυχεία της Ευρώπης βρίσκονται στη Ρουμανία, στο «χρυσό τετράγωνο» μεταξύ των περιοχών Brad, Baia dc Aries, Sacarimb και Rosia Montana, αλλά και σε άλλες χώρες όπως στη Γαλλία, Σουηδία και Φινλανδία.
Επεξεργασία: Χρησιμοποιείται στην κατασκευή κοσμημάτων, διακοσμητικών αντικειμένων και επιχρύσωση.
Επειδή ο χρυσός είναι μαλακό μέταλλο, δημιουργούνται συχνά κράματα με
Cu ή Ag (κόκκινος χρυσός), μερικές φορές με Ni ή Ρο (άσπρος χρυσός).
Η περιεκτικότης σε χρυσό εκφράζεται σε μέρη ένα προς χίλια, 1/1000. (Ο καθαρός χρυσός είναι 1000/1000).
Χρησιμοποιείται επίσης ο όρος καράτι (=1/24). Ο καθαρός χρυσός είναι 24 καράτια.

Το καράτι ως μονάδα μετρήσεως του βάρους πολυτίμων ή ημιπολύτιμων λίθων ισούται προς 200
mg. Στην κατασκευή κοσμημάτων χρησιμοποιείται κυρίως χρυσός 585/1000 (14 καράτια), σπανιώτερα 375/1000 (9 καράτια) και μερικές φορές 750/1000 (18 καράτια). Όμοια ορυκτά: σιδηροπυρίτης, χαλκοπυρίτης
Απομιμήσεις: ορείχαλκος
Προσδιορισμός: οχληρότης, γραμμή κόνεως χημικαί μέθοδοι.
Φροντίδα: Ο χρυσός πρέπει να προστατεύεται από απόξεση. Καθαρίζεται με κατάλληλα υγρά καθαρισμού τα οποία χρησιμοποιούνται για τον καθαρισμό κοσμημάτων.




Το Αγγλικό όνομα Ρlatinum προέρχεται από την Ισπανική λέξη ρlata -«άργυρος» καθόσον εκλαμβάνει» ως άργυρος.
Ιστορία: Λευκόχρυσος βρέθηκε σε Τύμβους της 12ης Δυναστείας των Φαραώ της Αιγύπτου (2000 π. Χ.) και ήταν επίσης γνωστός στους Ινδιάνους της Κεντρικής Αμερικής. Νομίσματα από λευκόχρυσο δημιουργούν στη Ρωσία μέχρι πρόσφατα (1828-1844). Παρόλο που αρχικά δεν του εδίδετο μεγάλη σημασία, ο λευκόχρυσος σήμερα είναι ένα από τα πολυτιμότερα μέταλλα. Ενεργειακό κέντρο: μέτωπο Θεραπευτικές ιδιότητες: Ενισχύει την δύναμη της σκέψεως. Θεραπεύει πονοκεφάλους και πόνους των αυτιών. Αποφορτίζεται σε χλιαρό νερό και επαναφορτίζεται γρήγορα στο φως του ήλιου.
Φιλοξενούντα πετρώματα: υπερβασικά πετρώματα, προσχωματικά κοιτάσματα Εμφανίσεις: Ο λευκόχρυσος είναι σπάνιο μέταλλο και υπάρχει σε ολιγάριθμες περιοχες. Μικρά κοιτάσματα έχουν βρεθεί στην Αλάσκα και την Νεβάδα, ενώ οι μεγαλύτεροι κόκκοι προέρχονται από την Καλιφόρνια . Ο λευκόχρυσος είναι γνωστός από τον Καναδά (Οντάριο), Κολομβία και Εκουαντόρ με μικρότερες εμφανίσεις στην Βραζιλία, Αυστραλία,
Χρώμα: αργυρόλευκο, γκρι ατσαλιού  
Διαφάνεια: αδιαφανές
Λάμψη: μεταλλική  
Θραυσμός: δαντελώδης
Σχισμός: δεν υπάρχει
Σκληρότης: 4 - 4,5
Γραμμή κόνεως: γκρί ατσαλιού, αργυρόλευκη
Ειδικό βάρος: 14-19 (ο καθαρός λευκόχρυσος έχει ειδικό βάρος 21.5)  
Δείκτης διαθλάσεως: ουδείς  
Διπλοθλαστικότης: ουδεμία  
Διασπορά: ουδεμία  
Πλεοχροϊσμός: ουδείς  
Φωτούγεια: ουδεμία  
Χημεία: Ίχνη ΡΘ, ΙΓ, Οδ, Ρα!, ΠΪΙ, Νί, Κυ, Ου, Αυ  
Ειδικά χαρακτηριστικά: σφυρηλατήσιμο, ηλεκτρικά αγώγιμο
Αναβάθμιση: αλλάζει ιδιότητες με την προσθήκη άλλων μετάλλων.
Σπουδαία κοιτάσματα από οικονομικής απόψεως βρίσκονται στην Αιθιοπία και Νότια Αφρική, όπου εξορύσσεται λευκόχρυσος στο γεωλογικό σύμπλεγμα Βushveld το οποίο εκτείνεται στην Ζιμπάμπουε και στο Μπουρουντί. Η εξόρυξη λευκοχρύσου στην Ρωσία χρονολογείται από το 1825 (περιοχή Νizhni Tagil στα Ουράλια όρη), Πρόσφατα μεγάλη σπουδαιότητα έχουν αποκτήσει τα κοιτάσματα της Σιβηρίας στο Νοrilsk. Λιγώτερο σπουδαία κοιτάσματα υπάρχουν στην Φιλανδία, Γαλλία και Πορτογαλία. Ο λευκόχρυσος βρίσκεται συνήθως σε μικρούς κόκκους. Μεγαλύτεροι κόκκοι μέχρι 10 κιλά είναι πολύ σπάνιοι. Ο μεγαλύτερος κόκκος λευκόχρυσου που έχει εντοπισθεί μέχρι σήμερα βρέθηκε στην περιοχή αυτή των Ουραλίων και ζύγιζε 16 κιλά, Σπάνιοι κρύσταλλοι λευκοχρύσου από την περιοχή Κonder της Ρωσίας έχουν κάνει την εμφάνιση τους πρόσφατα στην αγορά. Επεξεργασία: χρησιμοποιείται στην βιομηχανία κατασκευής κοσμημάτων σε καθαρότητα 950/1000 με προσθήκη Ρd, Οs και Ιr.
Όμοια ορυκτά: άργυρος
Απομιμήσεις: άλλα μέταλλα
Προσδιορισμός: ειδικό βάρος, σκληρότης
Φροντίδα: Χρειάζεται προστασία από απόξεση. Καθαρίζεται με ειδικά υγρά καθαρισμού κοσμημάτων και πολυτίμου μετάλλων.

        Παραδοσιακή Μεταλλοτεχνία

Με τα μέταλλα, με τις καταλληλότερες την κάθε εποχή τεχνικές και με απόλυτη γνώση του γεγονότος ότι η σύσταση και οι ιδιότητες του κάθε μετάλλου καθορίζουν απολύτως τη χρήση του, οι τεχνίτες - μεταλλουργοί δημιούργησαν ανά τους αιώνες σιδερένια, χάλκινα, αργυρά αντικείμενα οικιακής χρήσης (χρηστικά ή διακοσμητικά), μπρούτζινα, χρυσά ή αργυρά κοσμήματα.
Τα νεοελληνικά κοσμήματα, ανάλογα με τον τρόπο της κατεργασίας τους, διακρίνονται σε:
  • σφυρήλατα,
  • διάτρητα,
  • χυτά και
  • συρματερά.
Θήκη «τετραβάγγελου», έργο Κύπριου χρυσοχόου, μαθητή του Ιωάννη Κορνάρου, Κύπρος, 1808.

Στα σφυρήλατα κοσμήματα οι τεχνίτες σχεδίαζαν πρώτα τα θέματα του διάκοσμου στην εσωτερική πλευρά και τα χτυπούσαν έπειτα με το καλέμι, πάνω μια μάζα από ανάγλυφα, "φουσκωτά". Έτσι είναι δουλεμένες μερικές από τις καλύτερες πόρπες, με τις μεγάλες διακοσμητικές επιφάνειες γεμάτες φυτικά στοιχεία σε μια ευφορία ανεξάντλητων παραλλαγών, καθώς και τα "χαϊμαλιά", τα φυλακτά που κρεμούσαν στο στήθος, με τις πιο σύνθετες απεικονίσεις θρησκευτικών παραστάσεων.

Η σφυρήλατη τεχνική συνδυάζεται συχνά με τη διάτρητη, που τη χαρακτηρίζει η αφαίρεση της ακόσμητης επιφάνειας γύρω από τα διακοσμητικά θέματα. Με τον τρόπο αυτό το κόσμημα ελαφραίνει και ισορροπεί η βαριά και επίσημη διάθεση που προκαλεί το σφυρηλατημένο θέμα. Τα διάτρητα στοιχεία, επιχρυσωμένα, στερεώνονται συχνά πάνω σε ασημένιες πλάκες με στόχο το χρωματικό παιχνίδι.
Άλλες φορές πάλι στερεώνονται σε βάσεις ντυμένες με βαθύ κόκκινο ύφασμα, έτσι που να προβάλουν τα θέματα με τονισμένα περιγράμματα. Τα επαναλαμβανόμενα στοιχεία που αρθρώνουν τα κοσμήματα, λίγο - πολύ, όλων των κατηγοριών είναι χυτά. Για τις θεαματικές όμως συνθέσεις απαιτείται μια πρόσθετη επεξεργασία. Το ίδιο ισχύει για τα τετράγωνα πλακίδια με τα πουλιά, καθώς και τα κρεμαστά μπαροκικά εμβλήματα στα περιδέραια μιας άλλης ομάδας. Χυτά είναι και τα διακοσμητικά στοιχεία με τα περίκλειστα άνθη σε μια ακόμα ενότητα από επιμετώπια και σκουλαρίκια. Η τεχνική αυτή διευκόλυνε και επιτάχυνε την παραγωγή. Τις περισσότερες όμως φορές οι τεχνίτες ξαναδούλευαν τις λεπτομέρειες με το καλέμι ή ποίκιλαν το διάκοσμο με εγχάρακτα σχέδια.
Η νεοελληνική πολιτιστική παράδοση - δημιούργημα της εγκαρτέρησης και του αγώνα - δεν προσφέρθηκε ποτέ στη λατρεία της ευζωίας και του ευδαιμονισμού, γι' αυτό και από τα ελληνικά κοσμήματα απουσιάζουν οι θαμπωτικές λάμψεις της πολυτέλειας και της τρυφής που αναδίδουν οι πολύτιμες πέτρες στα κοσμήματα άλλων πολιτισμών. Με εξαίρεση τις ρίζες από ρουμπίνια, σμαράγδια και ζαφείρια, που στολίζουν τα κωνσταντινοπολίτικα ή μαργαριτάρια και αυτά ταπεινά σε μέγεθος, η αισιοδοξία της πολυχρωμίας αναζητά άλλες διεξόδους για να διατυπωθεί συνηθέστερα γυάλινες ποικιλόχρωμες πέτρες, φερμένες από το εξωτερικό, σκορπούν έντονες ανταύγειες στις καλύτερες περιπτώσεις σκληρές κορναλίνες, αχάτες, τυρκουάζ και πέτρες από ορεία κρύσταλλο. Στο δέσιμο των κινητών στοιχείων έχουμε συχνά χάντρες από κοράλλι, που, σαν κύριο διακοσμητικό υλικό, χαρακτηρίζει τα κοσμήματα της Σαφράμπολης. Κοραλλένιες χάντρες στολίζουν τα κρεμασίδια στα τελειώματα πολλών κοσμημάτων και μαζί με χάντρες από επίχρυσο ασήμι, σιντέφι ή γυαλί, συνθέτουν τα "δίχτυα" και τα βαρύτιμα επιστήθια πλέγματα.
Σε παλιότερες εποχές απαντούν συχνά δείγματα χρυσοχοΐας με κοκκιδωτή διακόσμηση, που την τεχνική της θυμίζουν οι χυτές, μεγάλες ροζέτες μιας ομάδας προβληματικών κοσμημάτων με βαριές και αυστηρές φόρμες. Η δομή του κοσμήματος χαρακτηρίζεται από τα πολλά ανεξάρτητα στοιχεία που επαναλαμβάνονται, προετοιμασμένα ειδικά για να χρησιμοποιηθούν ανάλογα σε κάθε είδος και σε κάθε ενότητα. Με τον τρόπο αυτό αρθρώνεται τόσο το κύριο σώμα, όσο και τα πρόσθετα, κινητά εξαρτήματα, που κρέμονται από απλά ή περίπλοκα συστήματα κρίκων, αλυσίδες και συρμάτινα πλέγματα, τετραμίδια, μικρά ελάσματα σαν λεπτές σταγόνες βροχής, στρογγυλοί ή ανθόσχημοι ρόδακες, μακρόστενα φυλλόσχημα ελάσματα ή λεπτά κωνικά στοιχεία σαν βαρίδια.
Περιλαίμιο, Σαφράμπολη Πόντου, 18ος - 19ος αι. 
Στα κοινά στοιχεία των κοσμημάτων πρέπει να προστεθούν και τα νομίσματα, που κρέμονται στα επιμετώπια, τα σκουλαρίκια και τα περιδέραια ή δένονται με τρόπο περίπλοκο για να σκεπάζουν το στήθος και τα πόδια. Τα βλέπουμε ακόμα στις ταινίες με τις φούντες που στολίζουν τις πλεξούδες των μαλλιών ή ραμμένα πλάϊ πλάι στα μικρά φεσάκια, τα "καλπάκια". Συχνότερα απαντούν οι ασημένιοι τούρκικοι παράδες, τα "άσπρα", σε παλιότερα όμως παραδείγματα βρίσκουμε αυστριακά νομίσματα της Μαρίας Θηρεσίας καθώς και άλλα ευρωπαϊκά, με ανάλογη αξία. Στα νεότερα έχουμε χυτές, χρυσωμένες απομιμήσεις τούρκικων φλουριών και χρυσωμένα νομίσματα του Όθωνα.
Στα βυζαντινά χρόνια η συνήθεια να φορούν "κωσταντινάτα" φαίνεται πως είχε φυλακτική σημασία και η ανάμνησή της επιβιώνει στις απομιμήσεις βυζαντινών φλουριών που κρέμονται στα διάφορα κοσμήματα. Τα προβλήματα επιτείνονται με την εξαιρετικά μεγάλη κυκλοφορία του κοσμήματος, που ταξιδεύει από περιοχή σε περιοχή, προσφέρεται και μεταφέρεται σαν προίκα, αγοράζεται από τους ξενιτεμένους, πουλιέται από τους φτωχούς και το μέταλλο του λιώνει, για να ξαναδουλευτεί αργότερα σύμφωνα με τις νέες επιταγές της μόδας.
Γι' αυτό και οι διάφορες ενότητες των κοσμημάτων, ενώ συγκροτούσαν αρχικά ολοκληρωμένα συστήματα με πλήρη τα επιμέρους στοιχεία του στολισμού, βρίσκονται σήμερα κατακερματισμένες, διασκορπισμένες σε όλα τα σημεία του ελλαδικού χώρου, αλλά και έξω απ'αυτόν αιωρούνται μέσα στο χώρο και το χρόνο, συνυπάρχοντας σε συστήματα στολισμού διαφόρων περιοχών από τη Βουλγαρία έως τη Βόρεια Αφρική.

       Τεχνίτες - Τεχνικές

Χρυσικοί ονομάζονταν γενικά οι τεχνίτες του ασημιού στην Ελλάδα, ανεξάρτητα αν πολλοί από αυτούς δεν είχαν δουλέψει σχεδόν ποτέ το χρυσάφι.
Οι Έλληνες χρυσικοί δούλευαν κυρίως το καθαρό ασήμι για τα καλά έργα τους (εκκλησιαστικά, οικιακής χρήσης κ.α.). Για έργα δεύτερης ποιότητας οι Έλληνες χρυσικοί χρησιμοποιούσαν το αγιάρι, ασήμι νοθευμένο με διάφορες προσμείξεις - με χαλκό ή ορείχαλκο- για να φτιάξουν τα λεγόμενα "φαρμακερά ασημικά".
Ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του πελάτη, δούλευαν ακόμη το σκέτο χαλκό ή τον επίχρυσο μπρούντζο.
Οι Έλληνες χρυσικοί είχαν μόνιμα εργαστήρια ή ήταν πλανόδιοι τεχνίτες και δούλευαν τα κοσμήματά τους ταξιδεύοντας. Ορισμένοι τύποι κοσμημάτων ή αντικειμένων αποτελούσαν χαρακτηριστική παραγωγή συγκεκριμένων εργαστηρίων ή μαστόρων.
Η φήμη των Ελλήνων χρυσικών συνετέλεσε ώστε να γίνουν περιζήτητα τα έργα της ελληνικής αργυροχοΐας σε όλη τη Βαλκανική αλλά και στη Μικρά Ασία. Τα "εσνάφια" ("ισνάφια, συνάφια"), αποτελούσαν τη συντεχνιακή οργάνωση των χρυσικών. Ανάλογα με την τεχνική επεξεργασίας τους τα έργα της νεοελληνικής αργυροχοΐας και χρυσοχοϊκής διακρίνονται σε χαρακτά, χυτά, συρματερά, διάτρητα, σφηρήλατα, με σμάλτο ή σαβάτι. Συχνά διακρίνονται από το συνδυασμό των διαφορετικών τεχνικών, πράμα το οποίο προσδίδει στα αντικείμενα συνθετικό πλούτο.

                                                                                 Πόρπη, Ήπειρος, 18ος - 19ος αι. 
Ο διακοσμητικός πλούτος των αντικειμένων αργυροχοΐας και χρυσοχοϊκής ενισχύεται συχνά με τη χρήση πολύχρωμων λίθων από γυαλί ή πολύτιμων λίθων (μαργαριτάρια, αχάτες, κοράλλια κ.α.). Στα διακοσμητικά στοιχεία των κοσμημάτων πρέπει να προστεθούν τα νομίσματα και τα διάφορα φυλλόσχημα εξαρτήματα. Από τις τεχνικές που κυρίως χρησιμοποίησαν οι Έλληνες χρυσικοί η πιο απλή και εύκολη είναι η χαρακτή. Τα διακοσμητικά μοτίβα σχεδιάζονται στο μέταλλο και χαράζονται στη συνέχεια με το καλέμι.
Μια άλλη τεχνική που χρησιμοποίησαν οι Έλληνες τεχνίτες είναι η χυτή τεχνική.
Στην τεχνική αυτή το μέταλλο χυνόταν σε ειδικά πήλινα καλούπια που είχαν το σχήμα και το διάκοσμο του αντικειμένου. Στη συνέχεια ο τεχνίτης επεξεργαζόταν τις λεπτομέρειες του σχεδίου με το καλέμι. Με την τεχνική αυτή είναι δουλεμένα τα επαναλαμβανόμενα διακοσμητικά στοιχεία ενός κοσμήματος σε πόρπες, σταχώσεις ευαγγελίων, παλάσκες, κ.ά. η χυτή τεχνική συνδυάζεται συχνά με την προσθήκη πολύτιμων και ημιπολύτιμων λίθων (αχάτες, κοράλλια, καμέο με μινιατούρες, πέτρες από γυαλί), όπως βλέπουμε στα κοσμήματα της Αττικής, της Μακεδονίας και της Θράκης, καθώς και σε κοσμήματα από την Κύπρο και τη Σαφράμπολη της Μικράς Ασίας.
Μια από τις πιο δύσκολες και πολύπλοκες τεχνικές που χρησιμοποίησαν οι Έλληνες τεχνίτες είναι η συρματερή τεχνική. Στην επεξεργασία της τεχνικής αυτής οι τεχνίτες έφτιαχναν πολύ λεπτά σύρματα, αφού περνούσαν το ασήμι από ειδική ατσάλινη πλάκα με τρύπες, το σύρτη. Με τα σύρματα αυτά και με κατάλληλες συγκολλήσεις, ο τεχνίτης σχημάτιζε τα διακοσμητικά θέματα, δίνοντας έτσι στο αντικείμενο μια διάτρητη δαντελένια όψη. Η τεχνική αυτή, που γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση κυρίως στη βυζαντινή περίοδο, χαρακτηρίζει τα παλαιότερα κοσμήματα που φορέθηκαν στα Δωδεκάνησα, στις Κυκλάδες, στα Επτάνησα, στην Κρήτη και στην Κύπρο, και τη συναντούμε κυρίως σε σταυρούς, τεπελίκια, γιορντάνια, πόρπες κ.ά.



Μια άλλη τεχνική που χρησιμοποιήθηκε στη νεοελληνική αργυροχοΐα είναι η διάτρητη τεχνική. Στη διάτρητη τεχνική, το διακοσμητικό θέμα παρουσιάζεται μα την αφαίρεση της ακόσμητης επιφάνειας. Πολλές φορές, τα διακοσμητικά θέματα προβάλλουν τονισμένα με τη χρήση υφασμάτινου φόντου, κόκκινου ή άλλου, όπως το βλέπουμε να παρουσιάζεται σε διάφορες πόρπες, περιδέραια και επιστήθια κοσμήματα της Εύβοιας ή σε κοσμήματα πλάτης από την Αστυπάλαια, σε σταχώσεις ευαγγελίων κ.ά.



Η τεχνική που μας κληροδότησε τα πιο ωραία έργα της νεοελληνικής αργυροχοΐας είναι η φουσκωτή ή χτυπητή τεχνική. Σε αυτή οι τεχνίτες σχεδίαζαν πρώτα τα διακοσμητικά θέματα στην εσωτερική πλευρά της ασημένιας επιφάνειας. Στη συνέχεια χτυπούσαν το διακοσμητικό θέμα με καλέμι πάνω σε μια μάζα από πίσσα. Το θέμα πρόβαλλε έτσι στην κύρια όψη ανάγλυφο φουσκωτό ή σηκωτό. Με την τεχνική αυτή, είναι δουλεμένα μερικά από τα καλύτερα δείγματα της ελληνικής αργυροχοΐας (πόρπες, χαϊμαλιά, φυλαχτά με απεικονίσεις θρησκευτικών παραστάσεων, τάματα, διαδήματα), καθώς και τα λαμπρότερα έργα της εκκλησιαστικής μας τέχνης.

 

       Παλαιές τεχνικές αργυροχοΐας

Ο κλάδος της αργυροχοΐας περιλαμβάνει διάφορες τεχνικές διά των οποίων πραγματοποιούνται η επεξεργασία της πρώτης ύλης, η διαμόρφωση της φόρμας και ο διάκοσμος.
1. ΧΥΤΗ: το αντικείμενο ολόκληρο ή τμήματά του χύνεται-το μέταλλο σε ρευστή μορφή - μέσω ειδικής διόδου σε μπρούντζινα καλούπια όπου το σχήμα τυπώνεται αρνητικά. Πολλές φορές σε χρήση ήταν καλούπια από (διπλά) κόκαλα σουπιάς ή μικρά διπλά σιδερένια πλαίσια τα παντέφια ή παντέφτια (σε επιγραφές χυτών ελασμάτων επένδυσης εικόνας και στάχωσης ευαγγελίου της μονής Ευαγγελίστριας των Άνω Πεδινών (πρώην Άνω Σουδενών) (1778, 1809). Τα παντέφτια, με αποτυπωμένο αρνητικά το επιθυμητό σχήμα, γέμιζαν με ειδικό χωμάτινο υλικό. Στην Κύπρο χρησιμοποιούσαν τη στάφφα, μπρούντζινο καλούπι γεμάτο με ειδικό χώμα αναμειγμένο με τερατσόμελο (χαρουπόμελο) διαλυμένο σε νερό και στύψη. Μετά το πάγωμα του μετάλλου, ακολουθούσε αποσύνδεση των τμημάτων της μήτρας - ξεκαλούπωμα - καί τελική επεξεργασία με ειδικά εργαλεία (σπιτσούνι, καλέμι). Μήτρες σιδερένιες, ανάγλυφες ή εσώγλυφες επίσης χρησιμοποιούνταν για την αποτύπωση παραστάσεων και μικρών διακοσμητικών. Έλασμα ασημιού χτυπημένο πάνω τους αποτύπωνε την παράσταση ή το διακοσμητικό. Ακολουθούσε φινίρισμα με ειδικά εργαλεία.
2. ΣΦΥΡΗΛΑΤΗ: το ασήμι ανοίγεται πάνω στο αμόνι σε φύλλο με τη βοήθεια σφυριού. Το σφυρηλάτημα συνεχίζεται μέχρι να επιτευχθεί η επιθυμητή φόρμα. Για διαμόρφωση καμπύλων επιφανειών χρησιμοποιούσαν αμόνι με στρογγυλεμένα τελειώματα (στην Κύπρο σάββας). Τα αμόνια, σιδερένια ή και ξύλινα, στερεώνονταν συχνά σε κορμό δένδρου (στην Κύπρο τάκκος).
3. ΣΥΡΜΑΤΕΡΗ (συρματέινη, τριφουρένια) : το ασήμι σε υγρή μορφή χύνεται αρχικά σε ειδικό εργαλείο (στην Κύπρο χολέτρα), με επιμηκή λούκια, ώστε να γίνει χοντρή βέργα και να αποκτήσει, μετά από συγκεκριμένη διαδικασία (καθάρισμα, ζέσταμα, σφυρηλάτημα στο αμόνι), το επιθυμητό πάχος και να χωρέσει στον σύρτη (και σούρτης, τραμφίλα, γραμματοσύρτης), εργαλειακή κατασκευή αποτελούμενη από οπές διαφορετικής διατομής που τον διαπερνούν σε όλο του το πάχος. Το προκύπτων ασημένιο σύρμα που πιάνεται και τραβιέται με τανάλια, ποικίλλει ως προς την μορφή (παχύ - λεπτό) και συνήθως συγκολλάται με άλλα συρμάτινα στελέχη δημιουργώντας μεγαλύτερα σύνολα.



Επειδή το τράβηγμα τελιού (Κύπρος) απαιτούσε δύναμη χρησιμοποιούσαν αλακάτι (ρόδα, καρούλι) με κολάνιν (λουρί) και το κερπετένι, εργαλείο με γυριστά άκρα όπου περνούσαν κρίκο και από τον κρίκο το λουρί για διευκόλυνση κατά το τράβηγμα στην Κύπρο για "τριφούρι" με στριφτό σύρμα έπλεκαν τρείς λεπτούς ασημένιους κλώνους. Κοκκιδωτός διάκοσμος συχνά συμπληρώνει τη συρματερή όψη. Η τεχνική αυτή πολλές φορές συνδυάζεται με πολύτιμες, ημιπολύτιμες πέτρες ή και απλά γυαλιά, ιδιαιτέρως όμως μέσα στον 17ο και 18ο αι., με γαλάζια και πράσινα σμάλτα (τα τελευταία αποτελούν και τα κατ' εξοχήν χρώματα της οθωμανικής τέχνης). Φαλεγκράνα στην κοσμηματοποιία, ονομάζουμε τις κατασκευές που αποτελούνται από σύρματα δουλεμένα με χειροποίητο τρόπο. Τα σύρματα αυτά στρίβονται μεταξύ τους σαν κοτσίδα, και συχνά κολλιούνται πάνω σε ένα μοτίβο που έχει δημιουργηθεί πάνω σε μία πλάκα από ξυλοκάρβουνο. Το μοτίβο αυτό έχει κενά, και η όλη κατασκευή δείχνει πολύ ανάλαφρη. Άλλες φορές πάλι, τα σύρματα κολλιούνται πάνω σε ένα φύλλο μετάλλου. Στη συνέχεια προστίθενται γράνες, μπίλιες, αλυσίδες, χειροποίητα φυλλαράκια, ή πέτρες και οτιδήποτε κρίνει ο καλλιτέχνης κατάλληλο, για να ολοκληρώσει την κατασκευή του. Ανάμεσα στους Έλληνες τεχνίτες τα κοσμήματα αυτά, είχαν την ονομασία «συρματερά». Στην Ινδία, στην Αρμενία, στην Κίνα, οι Ετρούσκοι στην Ιταλική χερσόνησο , και οι Κέλτες στη βόρεια Ευρώπη, και πολλοί άλλοι λαοί κατασκεύασαν αντικείμενα φιλιγκράν. Και στον Ελληνικό χώρο, οι τεχνίτες στην Κρήτη και στις Μυκήνες της προκλασσικής περιόδου, οι τεχνίτες της κλασσικής Ελλάδας, αλλά και οι Βυζαντινοί, και οι τεχνίτες των Ιονίων νήσων και της Ηπείρου την εποχή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, μας έδωσαν κομμάτια απαράμιλλης τέχνης χρησιμοποιώντας την τεχνική φιλιγκράν, που βρίσκονται στα Ελληνικά μουσεία, Μπενάκη, Λαικής τέχνης, Ιστορικό κ.λ.π. ,αλλά και στο Βρετανικό μουσείο, στο μουσείο Victoria and Albert του Λονδίνου, στο Λούβρο κ.α. Σήμερα τα κοσμήματα τύπου φιλιγκράν, συνήθως δεν παράγονται χειροποίητα, αλλά χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι παραγωγής, χυτά ή πρεσαριστά.
4. ΣΜΑΛΤΙΝΗ: συνδυάζεται με μεταλλικές επιφάνειες στις οποίες το διαφανές ή αδιαφανές σμάλτο (μείγμα από υαλόμαζα και οξείδια του μετάλλου) υπό μορφή σκόνης τοποθετείται είτε σε επίπεδες συρμάτινες θήκες (περίκλειστα σμάλτα) ή απ' ευθείας σε γουβωτά σημεία της καλής όψης (λακκωτά σμάλτα) και στη συνέχεια λιώνει με την φλόγα του λύχνου για να αποκτήσει τελικά, μετά από λείανση με γυαλόχαρτο, την γνωστή απαστράπτουσα υφή.
5. ΣΑΒΑΤΛΙΔΙΚΗ: συμπληρώνει ως ένθετο υλικό με τρόπο έντονα ζωγραφικό - παρά την μονοχρωμία του, συνήθως γκρίζο/μολυβί έως μαύρο - λεπτομέρειες ή τονίζει περιγράμματα. Κράμα μετάλλων το σαβάτι (ασήμι, χαλκός, μολύβι, θειάφι) (και νιέλλο) τήκεται με ψήσιμο ενώ στη συνέχεια στερεοποιείται και γεμίζει τα βαθουλώματα αφού τελικά λειαίνεται ώστε να έλθει στο ίδιο επίπεδο με την επιφάνεια του ασημιού.
6. ΔΙΑΤΡΗΤΗ : Συνδυάζεται με αφαίρεση, μέσω ειδικού πριονόσχημου εργαλείου (σέγα, σιγατσάκι), τμημάτων της επιφάνειας του μετάλλου ενώ κατά περιπτώσεις (π.χ. σε πόρπες) το αντικείμενο δέχεται υφασμάτινη επένδυση που λειτουργεί ως κόμπος. Επιχρύσωση, πολύτιμοι και ημιπολύτιμοι λίθοι, σιντέφι, ελεφαντοκόκαλο, ταρταρούγα, έβενος, κέρατο, συχνά συνοικούν και συμπληρώνουν τον διάκοσμο προσδίδοντας "έκπαγλο" όψη.
7. ΧΑΡΑΚΤΗ (ΤΕΧΝΙΚΗ ΜΕ ΚΑΛΕΜΙ) : Οι τεχνικές του διάκοσμου περιλαμβάνουν την χάραξη με χρήση ειδικού εργαλείου, του καλεμιού, ή το φούσκωμα, δηλαδή το κτύπημα του ελάσματος με ειδικό εργαλείο, το σπιτσούνι**, από την ανάποδη προς την καλή όψη με το αντικείμενο ακινητοποιημένο σε μαλακό στρώμα πίσσας(μείγμα από κεραμίδι, κολοφώνιο, λάδι). Το σκάλισμα - με σπιτσούνι - (το ίδιο εργαλείο στη Στεμνίτσα αναφέρεται ως καλέμι, στην Κύπρο σίδερο) της καλής όψης (η οποία αρχικά γεμίζει με πίσσα) και τη δημιουργία διαφορετικών επιπέδων (ανάγλυφος σχηματισμός, κατέβασμα και κοκκίδωση του κάμπου με ειδικό εργαλείο, είδος σπιτσουνιού, την "άμμο" ή την "ψώρα" κλπ.)
** Σπιτσούνι : εργαλείο σιδερένιο, στενόμακρο με διαφορετική απόληξη - γραμμωτή, κοκκιδωτή, κυρτή, λεία, στενή ίσια ή καμπύλη - πβλ. στην Κύπρο το χολετρούδιν με αυλακωτό άκρο για καμπύλες, τα ισιούδκια για τις ίσιες κλπ - και απλό σφυρί (ή με το κουμπελοσφύρι στα κλειστά αντικείμενα).



8. ΛΑΓΑΡΙΣΜΑ : Τα μέταλλα που κυρίως χρησιμοποιούνται για την κατασκευή των μεταβυζαντινών- νεοελληνικών αργυρών (και των λιγοστών χρυσών) είναι το ασήμι (και σπανιότερα ο χρυσός) προερχόμενα πρωτίστως από ανακύκλωση "λαγάρισμα"  (λιώσιμο παλαιότερων σκευών, χρυσών, ασημένιων, επίχρυσων, χρυσοκέντητων αμφίων, "υπολειμμάτων" των πρώτων υλών με τη μορφή ρινισμάτων ανάμεσα στα σκουπίδια από τους πάγκους και τα δάπεδα των εργαστηρίων, αλλά και ευρωπαικών νομισμάτων, π.χ. ισπανικών ταλήρων, βενετσιάνικων νομισμάτων κ.ο.κ.). Το λαγάρισμα που απαιτούσε ειδικές γνώσεις γινόταν από τους λαγαριστές που τουλάχιστον στην Κωνσταντινούπολη του 17ου αι., ήσαν οργανωμένοι σε συντεχνία.

 
Κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή οι λαγαριστές της Βασιλεύουσας, όλοι Εβραίοι, έφθασαν τους 200, με 40 εργαστήρια, ενώ από τον ίδιο περιηγητή καταγράφεται η παρουσία και άλλων εξειδικευμένων τεχνιτών, μελών μικρότερων συντεχνιών που σχετίζονταν με το λαγάρισμα, όπως π.χ. κεραμουργών, κατασκευαστών ειδικών πυρίμαχων χωνιών (για το λιώσιμο) των οποίων η "συνταγή" αποτελούσε μυστικό, ή των ανιχνευτών ασημιού μέσα από σκουπίδια, ή των παρασκευαστών του νιτρικού οξέος για τον διαχωρισμό των μετάλλων.

Λαγαριστές μαρτυρούνται και από άλλα σημεία της επικράτειας, ενώ στον 20ο αι. θα κυριαρχήσουν οι γυρολόγοι -πολλές φορές είναι οι ίδιοι και λαγαριστές- που περιέρχονται την ελληνική ύπαιθρο σαρώνοντας στην κυριολεξία κοσμήματα, όπλα, εκκλησιαστικά σκεύη, τα οποία στη συνέχεια λαγαρίζονται με σκοπό την ανακύκλωση, ιδίως του χρυσού.
Καθώς το κράμα -"αγιάρι"- δηλαδή η περιεκτικότητα σε πολύτιμο μέταλλο κατά τους νεότερους χρόνους ήταν, σε τοπική κλίμακα, περίπου γνωστή, η τιμή των αντικειμένων που προσφέρονταν από τους γυρολόγους στους λαγαριστές ποίκιλλε αναλόγως: μέσα στον 20ο αί. π.χ. ζήτηση είχαν τα χρυσά και επίχρυσα κοσμήματα των βλάχικων χωριών της περιοχής του Βελεστίνου που έδιναν στην οκά 6-7 δράμια χρυσό. Τα κοσμήματα της περιοχής της Λειβαδιάς, αγιάρι 400o, θεωρούνταν τα καλύτερα ασήμια για λαγάρισμα, ενώ της Δόμβραινας, από υποκατάστατο ασημιού (αρζαντώ), χρεώνονταν μόλις 85 λεπτά το δράμι.

9. ΠΕΡΙ ΚΥΠΕΛΛΩΣΕΩΣ :
Στη Στεμνίτσα, στους νεότερους χρόνους, γέμιζαν πήλινη λεκάνη με ψιλή, καλά κρησαρισμένη στάχτη, που αφού την εφάρμοζαν καλά στο τοίχωμα σκέπαζαν την επιφάνεια με κορασάνι (ψιλοτριμμένο κεραμίδι) δημιουργώντας στο κέντρο εσοχή, τη γούβα. Μέσα στο κοίλωμα αυτό τοποθετούσαν τα προς λαγάρισμα αντικείμενα και άναβαν με ξυλοκάρβουνα φωτιά την οποία ενίσχυαν συνεχώς με φύσημα του ροχά. Όταν τα μέταλλα έλιωναν, έριχναν στη γούβα μολύβι το οποίο τραβούσε, κάνοντας μίξεις, όλα τα μέταλλα εκτός του χρυσού και του ασημιού. Βοηθητικά λειτουργούσε και η στάχτη που και αυτή απορροφούσε ξένες ουσίες και μέταλλα.

Ασήμι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

Παρ' όλο που τα μεταλλεία της Οθωμανικής επικράτειας βρίσκονταν υπό την αυστηρή εποπτεία του κράτους, μέρος των μετάλλων έφθανε με διάφορους τρόπους (λαθραία ή ευκαιριακή εκμετάλλευση) στα χέρια των τεχνιτών. Ο Pouqueville στις αρχές του 19ου αι. είδε Τσιγγάνους να μαζεύουν ψήγματα χρυσού χρησιμοποιώντας τομάρια προβάτων, πρακτική που εφάρμοζαν στα χρυσοφόρα ποτάμια της Βόρειας Ελλάδας μέχρι το 1960 Μακεδόνες χωρικοί. Παλαιότερα (1676), ο περιηγητής Wheler είχε παρακολουθήσει την παράδοση σε χρυσικούς της Αθήνας μικροποσοτήτων ασημιού από τα εγκαταλειμμένα μεταλλεία του Σουνίου.

Σκουλαρίκια, αλυσιδωτό κόσμημα κεφαλόδεσμου, Ήπειρος, 18ος - 19ος αι. 


Οι μεγάλες ποσότητες ασημιού προέρχονταν από την εκμετάλλευση των μικρασιατικών κυρίως μεταλλείων, με επίκεντρο της μεταλλουργικής δραστηριότητας την περιοχή της Χαλδίας, όπου κυριαρχεί με την παρουσία της η Αργυρούπολη (Gumushane). Προνομιακή μεταχείριση από μέρους της οθωμανικής διοίκησης προωθεί τους χριστιανούς στα ηγετικά πόστα των αρχιμεταλλουργών (ουστά - μπασήδες ή μαντεντζή - μπασήδες), ενώ ο εκάστοτε αρχιμεταλλουργός δέχεται τον διορισμό από τον ίδιο τον σουλτάνο. Έμπειροι Πόντιοι χρυσικοί και μεταλλουργοί, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες εργασίας, μεταναστεύουν από τα μέσα του 16ου αι. στην Κωνσταντινούπολη, ενώ η ανάγκη εντοπισμού νέων πλουτοφόρων μεταλλείων θα τους προωθήσει στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, την Γεωργία, την Καπαδοκία και την νοτιοανατολική Μικρασία όπου θα εγκατασταθούν ιδρύοντας μεταλλουργικές αποικίες.
Εκμετάλλευση και άλλων όμως μεταλλείων, όπως εκείνων των Μαδ(ντ)εμοχωρίων της Χαλκιδικής με κέντρο τα Σιδηροκαύσια (Σιδερόκαψα) και τις Σέρρες, πρέπει επίσης να ληφθούν υπ' όψη, ενώ πιθανότατα, μέρος του αργύρου από τον οποίο κατασκευάζονταν εκκλησιαστικά και κοσμικά σκεύη προeρχόταν και από άλλες σημαντικές βαλκανικές μεταλλουργικές περιοχές (π.χ. Σόφια, Novo Brdo, Stebrnica, Kratovo, Pristina, Sase, Rudnik). Οι τελευταίες, μετά την τουρκική κατάκτηση, διοχέτευαν τα μεταλλεύματα κυρίως προς την Κωνσταντινούπολη.

Βενετία και Αργυροχυσοχοΐα

Η Ενετοκρατία και οι εμπορικές κυρίως σχέσεις ορισμένων ομάδων του Ελληνισμού με τη Δύση, και ιδιαίτερα με την γαληνοτάτη δημοκρατία της Βενετίας που δημιουργούν δίκτυα επικοινωνίας άλλοστε ισχυρά και άλλοτε ασθενέστερα, λειτουργούν καθοριστικά σε σχέση με τα αργυροχρυσοχοικά και εκφράζονται με "αμέτρητες" ποσότητες αργυρών του σπιτιού καθώς και κοσμήματα που εισρέουν πρωτίστως στον νησιωτικό χώρο και καταγράφονται ήδη μέσα στον 16ο αι. σε δικαιοπρακτικά κυρίως έγγραφα (και από το κέντρο της Μακεδονίας όμως, ή την Ήπειρο, επισημαίνονται, πρώιμα, σχέσεις με τη Βενετία).
Τα αντικείμενα αυτά απαντούν στα νησιά - παρά τις δημογραφικές ασυνέχειες που συχνά οδήγησαν σε εποικισμούς - για μεγάλα χρονικά διαστήματα, μεταφερόμενα από γενιά σε γενιά ως "κειμήλια". Tα τελευταία όμως εκφράζουν, παράλληλα, την έννοια της αποθησαύρισης (και συνάμα της επένδυσης) αφού τα ίδια πολλές φορές δίνονται ως ενέχυρα (αμανέτια) ή βοηθούν σε εκπληρώσεις φοροδοτικών υποχρεώσεων (αμάχια), καθώς διαπιστώνεται και πάλι μέσα από την αρχειακή έρευνα.
Εξ άλλου από τις αρχές ήδη του 16ου αι. αναφαίνονται μηχανισμοί όσμωσης πολιτισμών : οι επιδράσεις της ισλαμικής καλλιτεχνικής παράδοσης γίνονται φανερές στην αργυρο-χρυσοχοΐα του ευρύτερου βαλκανικού χώρου -όπου οι ρίζες της βυζαντινής τέχνης υπήρξαν πάντοτε ισχυρές - αρχικά συμβιώνοντας με γοτθικά χαρακτηριστικά και στη συνέχεια, άλλοτε παίρνοντας το πάνω χέρι και άλλοτε υποχωρώντας, ενώ από τον πρώιμο 18ο αι. την γενικότερη παραγωγή του ευρύτερου χώρου θα σφραγίσει η καταιγιστική είσοδος της δυτικο-ευρωπαικής τέχνης με την διακοσμητική αντίληψη του όψιμου μπαρόκ και του ροκοκό, μιας τεχνοτροπίας ελαφρότερης (από εκείνης του ιταλικού μπαρόκ του 17ου αι.) που είχε ευρύτατα διαδοθεί στη Μεσευρώπη. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ρυθμών αυτών θα συγχωνευθούν με στοιχεία οθωμανικά σε μία μορφή - γνωστή ως τουρκομπαρόκ ή ανατολίτικο ροκοκό - που θα δειγματιστεί και σε άλλες κατηγορίες τέχνης (λιθογλυπτική, ζωγραφική κτλ.).


       Διακόσμηση Κοσμημάτων 

Η Τέχνη του Σμάλτου

Η τέχνη του σμάλτου είναι πανάρχαια. Μέχρι τώρα όμως δεν είχε διαπιστωθεί με βεβαιότητα σε ποιόν αρχαίο πολιτισμό και σε ποια χρονολογία πρωτοεμφανίσθηκαν αντικείμενα με σμάλτο. Μέχρι τα τελευταία χρόνια ακόμη επικρατούσε η γνώμη ότι τα αιγυπτιακά κοσμήματα, ήδη της 11ης δυναστείας (2000 π.Χ.), ήσαν με σμάλτο. Νεότερες όμως έρευνες έδειξαν ότι πολλά από τα αντικείμενα αυτά ήταν απλώς διακοσμημένα με ημιπολύτιμους λίθους ή πλάκες φαγιάνς ή πάστα χρώματος και η γνώμη ενισχύεται ιδιαίτερα από το γεγονός, ότι τα ωραιότατα βραχιόλια που βρέθηκαν στη Μερόε της Νουβίας, που είναι κατασκευασμένα με πραγματικό κυψελωτό σμάλτωμα, δεν ανήκουν σ' αυτήν την εποχή όπως πίστευαν, αλλά σε πολύ μεταγενέστερη περίοδο, την Ελληνιστική.
Είναι γεγονός ότι η τεχνική διακοσμήσεως των κοσμημάτων αυτών είναι ασφαλώς η ίδια που χρησιμοποιείτο κατόπιν και στο Βυζάντιο, δηλαδή το ονομαζόμενο κυψελωτό ή περίκλειστο σμάλτωμα.
Ένα θαυμάσιο κόσμημα στήθους του Αμενεμχέτ του 3ου (του 19ου π.Χ. αιώνα), που βρίσκεται στο μουσείο του Καΐρου, καθώς και άλλα αιγυπτιακά, δείχνουν ότι ενώ οι Αιγύπτιοι έφθασαν σε ακμή στην χρυσοχοΐα, προσέφεραν στην τεχνική του σμάλτου μόνον τις προεργασίες. Τελειοποίησαν δηλαδή στο έπακρο την τοποθέτηση ημιπολύτιμων λίθων, πλακών από Φαγιούμ κλπ. μέσα στις κυψέλες, χωρίς όμως να τοποθετήσουν σμάλτο μέσα σ' αυτές.
Οι Αιγύπτιοι από το 2000 π.Χ. χρησιμοποιούσαν το υάλωμα πάνω σε κεραμικά κατά την γνώμη δε του Dillon, που και έχει επικρατήσει αυτό το γυαλί που αποτελείτο από σόδα και ανθρακικό ασβέστιο, είχε ένα πολύ υψηλό σημείο τήξεως και έτσι ήταν ακατάλληλο για μέταλλα. Δεν ήταν λοιπόν δυνατό να είχαν κατασκευάσει και μετάλλινα αντικείμενα διακοσμημένα με σμάλτο.
Με την πάροδο του χρόνου όμως φαίνεται ότι οι Αιγύπτιοι ανακάλυψαν και γυαλί κατάλληλο για σμάλτωμα μετάλλων. Η υπόθεση αυτή στηρίζεται στο ότι στην Εγκωμή της Κύπρου βρέθηκαν κοσμήματα που είναι τμήματα διακοσμήσεως του στήθους σε σχήμα λωτού. Τα ευρήματα θεωρούνται σαν πρώτα δείγματα σμάλτου με σχέδια από σύρμα. Ένα κόσμημα της ίδιας τεχνοτροπίας βρέθηκε και στην Αίγυπτο τα κοσμήματα δε αυτά χρονολογούνται από το 1400 π.Χ. περίπου. Επίσης στην Κνωσό, βρέθηκαν 2 μικροί γρύλλοι ή ακρίδες. Το σώμα τους είναι από χρυσό και σκεπασμένο με άσπρο σμάλτο. Τα φτερά τους φτιαγμένα με σύρμα και γεμισμένα με σμάλτο.
Ακόμα και στο Αιγαίο έχουν βρεθεί κοσμήματα του Αιγαίου πολιτισμού, που βρίσκονται στα μουσεία Αθηνών και Κρήτης. Σ' αυτό υπάρχει σμάλτο σε ελαφρά βαθουλώματα που έχουν σχήμα φύλλου, ναυτίλου κλπ. Κατόπιν των ευρημάτων αυτών, προξενεί εντύπωση πως δεν υπάρχει από την ελληνική κλασσική εποχή κανένα δείγμα σμάλτου, ούτε σε βιβλιογραφίες ούτε σε ευρήματα.
Αντιθέτως στην ελληνική Ανατολή, π.χ. στην Κριμαία, έχουν βρεθεί πολλά, όπως θήκες όπλων, κοσμήματα κλπ., που βρίσκονται στο μουσείο του Λένινγκραντ. Το πιο πιθανό είναι όμως ότι οι εργασίες αυτές είναι Σκυθικές και χαρακτηριστικό είναι ότι η διακόσμηση έγινε με σύρμα, που δε σχηματίζει όμως κυψέλες. Τα σμάλτα που βρέθηκαν στους Ετρούσκους, έχουν κατασκευασθεί απ' αυτούς, αλλά την τέχνη οι Ετρούσκοι την πήραν από τη Μ. Ασία.
Οι Κέλτες στόλιζαν με σμάλτο δαχτυλίδια, κουμπιά, καθρέφτες ασπίδες, ιπποσκευές. Βρέθηκαν δε και τα ανάλογα εργαλεία, π.χ. σόμπες, λίμες κλπ. Τέτοια αντικείμενα του 3ου - 1ου π.Χ. αιώνα έχουν βρεθεί από την Ουγγαρία μέχρι την Ιρλανδία.
Από την Ρώμη της αυτοκρατορικής εποχής δεν έχουμε σμάλτα, αν και ανθούσαν οι τέχνες και από τεχνικής πλευράς ασφαλώς υπήρχε η δυνατότητα να κατασκευασθούν. Αντιθέτως, βρέθηκαν σμάλτα στις βόρειες επαρχίες της αυτοκρατορίας, δηλαδή σε βαρβαρικούς λαούς εκείνης της εποχής, π.χ. στην Αγγλία και Γαλατία. Εκεί επικρατούσε η τεχνική του λακκωτού σμαλτώματος και χρώμα χρησιμοποιούσαν μόνον το κόκκινο.
·    Tρείς είναι οι τρόποι της επεξεργασίας του σμάλτου. Στα "περίκλειστα" τα θέματα του διάκοσμου περιγράφονται με σύρμα και οι θήκες που σχηματίζονται, γεμίζουν με το χρωματιστό υλικό. Τα κύρια θέματα του διάκοσμου χρωματίζονται με σμάλτο, σαν αποσπασματικές επιφάνειες μωσαϊκών συνθέσεων. Σε μια άλλη αντίθετα κατηγορία, εκτός από τα διάφορα των θεμάτων, που διαγράφονται με ένα λεπτότατο περίγραμμα, εγκόλλητο στα παλιότερα, χυτό στα νεότερα παραδείγματα, το σμάλτο καλύπτει και τον κάμπο. Υπάρχει τέλος και μια ακόμα τεχνική στην επεξεργασία του σμάλτου. Το υλικό χύνεται στις κοιλότητες που έχουν χτυπηθεί στην επιφάνεια του μετάλλου, προκαλώντας μια ζωγραφικότερη εντύπωση, καθώς δεν υπάρχουν περιγράμματα που να ορίζουν τα διάφορα χρώματα της σύνθεσης. Η τεχνική αυτή κάνει τη σμαλτωμένη επιφάνεια να απολεπίζεται ευκολότερα και εκτός από τα πολίτικα κοσμήματα δε συνηθίζεται ευρύτερα στον ελλαδικό χώρο.

       Σαβάτι
Πολύ κοντά στην τεχνοτροπία του σμάλτου και στην αισθητική του αντίληψη βρίσκεται το σαβάτι, είδος μαύρου σμάλτου, που οι χρυσικοί το έφτιαχναν ανακατεύοντας σε συγκεκριμένες αναλογίες, ασήμι, χαλκό, μολύβι, και θειάφι. Με την τεχνική αυτή είναι δουλεμένα κυρίως πόρπες, ζώνες, σκουλαρίκια και άλλα εξαρτήματα της γυναικείας φορεσιάς, καθώς και της αντρικής όπως διάφορα επιστήθια κοσμήματα, μπαρουτοθήκες, καλαμάρια, ταμπακέρες, τάσια, κ.α.

        Επαργύρωση

Η επαργύρωση αντικειμένων ("ασήμωμα") γινόταν με τη μεσολάβηση νιτρικού οξέος ("βασιλικού" ύδατος, aqua forte, κοινώς ασημόνερου).
Ρινίσματα αργύρου που ρίχνονταν σε πήλινο δοχείο που περιείχε νιτρικό οξύ διαλύονταν υπό την επίδραση του, ενώ δημιουργείτο από την ένωση ο νιτρικός άργυρος. Προσθήκη αλατόνερου και δηλητηριώδους εκχυλίσματος από πικραμύγδαλο (ατσανούρι), έκανε το υγρό πυκνόρρευστο.
Μέρος του μείγματος -μετά από ζέσταμα- διαλυόταν με νερό, κατά προτίμηση βρόχινο. Στη διάλυση τοποθετούσαν το προς επαργύρωση αντικείμενο, ενώ από πάνω περνούσαν φύλλα τσίγκου προκαλώντας είδος στατικού ηλεκτρισμού, οπότε το ασήμι του μείγματος κάλυπτε την επιφάνεια του αντικειμένου και την επαργύρωνε.
Μεταγενέστερα χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος του γαλβανισμού με βάση τον νιτρικό άργυρο (4γρ. ασημιού, 1 νιτρικού αργύρου και μικρή ποσότητα ποτάσας).

       Χαμηλόβαθμο Ασήμι

Τα ασημένια είδη επίσης χαρακτηρίζονται από το υλικό κατασκευής τους σε έγγραφα, π.χ. αργυρόν σεντούκιον των αγίων λειψάνων, ή χαζστράνη με κεφαλήν ασιμένιαν κλπ.
Η περιεκτικότητα του αργύρου κυμαινόταν εφόσον το καθαρό ασήμι συνήθως αναμειγνυόταν με χαλκό για λόγους σκληρότητας άρα και αντοχής για να κατέβει μέχρι και στους 500ο η διαφορετική περιεκτικότητα ευθύνεται για χαρακτηριστικούς προσδιορισμούς, π.χ. ασήμι της δεκάρας, ασήμι της μέσης, ασήμι μπάσο και καλό κ.ο.κ. Κατά περιπτώσεις το κράμα "άσπριζε" με την προσθήκη αρσενικού (πρβλ. ασήμια "φαρμακερά" ή "πικρασήμια").
Άσπρισμα σήμαινε καθαρό ή σχεδόν καθαρό ασήμι, κιτρίνισμα σήμαινε ποσοστό αλπακά, κοκκίνισμα παρουσία χαλκού (στη Στεμνίτσα ονόμαζαν "ασήμι της δεκάρας" το ασήμι 300ο που "κοκκίνιζε" σαν τη δεκάρα -λόγω της έντονης παρουσίας χαλκού-, ενώ "ασήμι της μέσης" ή "μισό-μισό" το ασήμι 500ο βαθμών).

       Καθορισμός καθαρότητας Αργύρου - Χρυσού

Η καθαρότητα του αργύρου ή του χρυσού ελεγχόταν με τη λυδία λίθο, το μεχέγκι (τουρκ. λ. mehak, mehek) ή ασημόπετρα.
Με την λυδία λίθο έτριβαν κάποιο σημείο του χρυσού αντικειμένου και στο σημείο αυτό έριχναν μικρή ποσότητα νιτρικού οξέος. Εάν το χρώμα δεν άλλαζε, ήξεραν ότι ο χρυσός ήταν από 14 καράτια και πάνω. Μαύρισμα δήλωνε παρουσία ασημιού. Όταν το χρώμα κοκκίνιζε, ο χρυσός κυμαινόταν ανάμεσα στα 10-14 καράτια, όταν το χρύσισμα έσβηνε, το αντικείμενο δεν είχε καθόλου χρυσό.
Παλιότερα η δοκιμή γινόταν με ξύσιμο της επιφάνειας και στάλαγμα νιτρικού οξέος, οπότε ο έμπειρος χρυσικός καθόριζε τα καράτια. Στα ασημένια αντικείμενα το μέτρημα των βαθμών, το αγιάρισμα, το πετύχαιναν με ξύσιμο του αντικειμένου σε βάθος με ειδικό μαχαιράκι, τον ξύστη.
Άσπρισμα σήμαινε καθαρό ή σχεδόν καθαρό ασήμι, κιτρίνισμα σήμαινε ποσοστό αλπακά, κοκκίνισμα παρουσία χαλκού (στη Στεμνίτσα ονόμαζαν "ασήμι της δεκάρας" το ασήμι 300ο που "κοκκίνιζε" σαν τη δεκάρα -λόγω της έντονης παρουσίας χαλκού-, ενώ "ασήμι της μέσης" ή "μισό-μισό" το ασήμι 500ο βαθμών).

       Τήξεις-Συγκολλήσεις Χρυσού ή Αργύρου

Για τις τήξεις μικρών ποσοτήτων χρυσού και για τις συγκολλήσεις χρησιμοποιούσαν τη λυχνάρα, είδος καμινέτου.
Τη φλόγα της λυχνάρας διοχέτευαν στο σημείο που ήθελαν με τη βοήθεια μεταλλικού σωλήνα, της μπουρούς. Οι συγκολλήσεις γίνονταν πάνω στην καρβουνόταβλα με τη χρυσοκόλληση ή μαλαματοκόλληση (σε αναλογία δύο μέρη ασημιού, ένα χρυσού και ένα χαλκού ή μπρούντζου).
Τα μέταλλα αυτά τα έλιωναν προηγουμένως κάνοντάς τα λεπτά φύλλα που ήσαν σε χρήση για κάθε είδους κολλήματα. Το κομμάτι αυτό, (μπαγιέτα), συνήθως τοποθετούσαν στο πίσω μέρος.

Στα αργυρά κολλούσαν χυτά ή σκαλιστά ασημένια ή επίχρυσα στοιχεία με ασημοκόλληση που ονομαζόταν φαρμακερή (δύο μέρη ασημιού 1000o βαθμών, ένα χαλκού με τη μορφή ρινισμάτων αναμειγνύονταν με βόρακα (μπουράζο) και αρσενικό).
Με το υλικό άλειφαν τα σημεία που ήθελαν να κολλήσουν. Με ζέσταμα -(λυχνάρα-μπουρού)-, το κράμα έλιωνε. Όταν κρύωνε, το πρόσθετο έλασμα είχε κολλήσει.
Καλό θα ήταν ν΄αναφερθούμε και σε μία σύγχρονη τεχνική: το ART CLAY SILVER. Τα τελευταία 30 χρόνια, η ανακύκλωση έχει γίνει τρόπος για την χρήση ανακυκλωμένων υλικών στην παραγωγική διαδικασία. Σύμφωνα με αυτή την ιδέα, δηλαδή την ανάγκη για την προστασία των μη πολύτιμων μετάλλων και της αμείωτης δημοτικότητας του αργύρου, δημιουργήθηκε στην Ιαπωνία, Art Clay. Art Clay Silver είναι ένας εύκαμπτος, υδατικός πηλός - σκόνη ασημιού με διάφορα συνδετικά, που μετατρέπεται σε καθαρό ασήμι κατά την έκθεσή του σε υψηλές αλλαγές θερμοκρασίας (800-850oC) με ηλεκτρική κάμινο, φακό του φυσικού αερίου, ή σε μια σόμπα αερίου, για 20 – 30 λεπτά, αποβάλλοντας τα συνδετικά του και παραμένοντας καθαρό μέταλλο. Όπως καταλαβαίνεται είναι μία τεχνική που όπως φαίνεται είναι αρκετά εύκολη η εφαρμογή της και μπορεί να χρησιμοποιηθεί εύκολα απ΄ όλους. Παραγωγός του "μαγικού πηλού είναι η Aida Chemical Industries.Η ιστορία της εταιρίας ξεκινά το 1963. Ο ιδρυτής της, Kazuo Aida, έχει αφιερώσει την έρευνα του στη βιομηχανία φωτογραφικών, όπου τα φωτοευαίσθητα υλικά περιέχουν άργυρο. Ετησίως στην Ιαπωνία καταναλώνονται περίπου 3.000 τόνους από ασήμι και από αυτούς περίπου 1500 προέρχονται ακριβώς από το φωτοευαίσθητο υλικό. Τεράστια γνώση του Kazuo Aida για τη χημεία και πολλά χρόνια εμπειρίας είχανε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία των διάφορων τύπων Art Clay, που προέρχονται από της χρησιμοποιούμενες φωτογραφικές πλάκες(ακτινογραφίες, που προέρχονται από τα νοσοκομεία) και από τα αρνητικά, από της φωτογραφικές μηχανές. H Aida Chemical Industries μέσα από την εμπειρία της και την εφευρετικότητα του ιδρυτή, ανακτά πάντα καθαρό χρυσό ή ασήμι (πάνω από 99,99%) . Τώρα, επίσης, η ανάκτηση πολυτίμων μετάλλων γίνεται από κοσμήματα, οδοντιατρικά προϊόντα και από άλλες εταιρείες και επιχειρήσεις των διαφόρων βιομηχανιών. Με αυτόν τον τρόπο, χάρη στα τέλεια ανακυκλωμένα υλικά αποβλήτων (απορριμμάτων) η εταιρεία είναι σε θέση να αλλάξει την μη ανανεώσιμη πηγή σε απεριόριστη. Χωρίς την τεχνολογία της Aida Chemical Industries μεγάλες ποσότητες αποβλήτων, μαζί με το περιεχόμενο των πολύτιμων υλικών, θα χανότανε ανεπανόρθωτα και δεν θα μπορούσανε να ξαναχρησιμοποιηθούν. Η Aida ανακυκλώνει τώρα τα απόβλητα των βιομηχανικών εταιριών σε περισσότερες από 50 πόλεις στην Ιαπωνία. Έδρα της Εταιρείας είναι το Τόκιο. Υπάρχουν τρεις τύποι Art Clay Silver: Πηλός, Επικόλληση και Σύριγγα.
• Μπορεί να πλαστεί από τα χέρια μας, να μπεί σε καλούπια ή ν΄ αποτυπώσουμε πάνω του κάποιες υφές-στάμπες. Το αφήνουμε να στεγνώσει σε θερμοκρασία δωματίου περίπου 24 ώρες ή στους 100oC για 30 λεπτά. ή με τη χρήση στεγνωτήρα μαλλιών κλπ. Και μετά το θερμαίνουμε, έχοντας στα χέρια μας ένα καθαρά ασημένιο κομμάτι, που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε στο κόσμημα που έχουμε σχεδιάσει.
• Χρησιμοποιώντας την επικόλληση, ενώνεται καταρχάς κομμάτια από άψητο art clay silver, γεμίζετε ρωγμές που έχουν δημιουργηθεί κατά το πλάσιμο του προηγούμενου είδους (πηλού), ή αποτυπώνεται άμεσα με τη τεχνική της μεταφοράς σε υλικά που απομακρύνονται κατά τη διάρκεια του ψησίματος, μένοντας μονάχα τα αποτυπώματα π.χ. ενός πραγματικού φύλλου, με κάθε λεπτομέρεια.
• Με τη σύριγγα μπορείτε να σχεδιάσετε κοίλα μοτίβα γύρω από υλικά ή διάφορα καλούπια κάνοντας δηλαδή κοίλα περιγράμματα από διάφορα σχέδια όπως καρδιές, στρογγυλά, τετράγωνα κ.λπ








3 σχόλια:

Βάσω Παππά Vasso Pappa είπε...

Θύμησες και Οράματα του Νου,


της Φαντασίας Παιχνίδια,


Νόστος για Παιδική Αθωότητα, με το Τραγούδι της Σιωπής,


τη Συντροφιά της Μοναξιάς και των Μορφών που Ταξιδεύουν και Ζουν μέσα μας,


Μαγικές Εικόνες που προβάλλουν και πριν χαθούν και γίνουν σκιές,


σ΄ ΑΣΗΜΙ ζωντανεύουν!!!

Frank Ieromnimon είπε...

Αγαπητή Κυρία,

Ενδιαφέρουσα η σελίδα σας. Θα παρακαλούσα όμως να διορθώσετε τις πολλές ανακρίβειες και λάθη στην αρχή της σελίδας, όπου περιγράφετε συνοπτικά την εξαγωγή διαφόρων μετάλλων από ορυκτά και την παραγωγή κραμάτων. Οι γνώστες αυτών των πραγμάτων θα δυσαρεστηθούν από τα λάθη, ενώ οι αδαείς θα φορτώσουν και λάθη στην πρότερη άγνοιά τους!

Με Εκτίμηση,
Φραγκίσκος Ιερομνήμων

Βάσω Παππά είπε...

ΚΑΛΗ ΣΑΣ ΜΕΡΑ

ΕΓΩ ΑΠΛΑ ΜΕΤΕΦΕΡΑ ΚΑΠΟΙΕΣ ΓΝΩΣΕΙΣ, ΕΤΣΙ ΟΠΩΣ ΜΟΥ ΔΟΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ ΜΟΥ ΣΤΟ ΜΕΤΑΛΛΟ Ή ΑΠΟ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΠΟΛΥ ΨΑΞΙΜΟ ΚΑΙ ΑΠΛΑ ΤΙΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΑ ΓΙΑ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΟΙ ΦΙΛΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΑΣΧΟΛΗΘΟΥΝ ΜΕ ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΣΜΗΜΑ ΜΕΡΙΚΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΥΝΗΘΩΣ ΔΕ ΛΕΓΟΝΤΑΙ ΑΠ΄ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΟ ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ ΣΥΝΗΘΩΣ ΣΤΙΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ...

ΕΞΑΛΛΟΥ ΑΝ ΔΙΑΒΑΖΑΤΕ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΟΤΕΡΑ ΘΑ ΒΛΕΠΑΤΕ ΟΤΙ ΕΓΩ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΗΛΩΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΧΟΜΠΙΣΤΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΕΤΑΛΛΟΤΕΧΝΙΤΗΣ Ή ΑΡΓΥΡΟΧΟΟΣ

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΑΝΤΩΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΣΑΣ ΚΑΙ ΣΥΓΝΩΜΗ ΠΟΥ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΑ ΝΑ ΣΑΣ ΑΠΑΝΤΗΣΩ.

ΚΑΛΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΕ ΟΤΙ ΚΑΝΕΤΕ.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...